ισοδυναμώ


ισοδυναμώ
[исодинамоно] р. равняться

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ισοδυναμώ" в других словарях:

  • ισοδυναμώ — βλ. πίν. 73 (μόνο στον ενεστ. και παρατατ.) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ισοδυναμώ — (ΑΜ ἰσοδυναμῶ, έω) [ισοδύναμος] είμαι ίσος ή ισοδύναμος με κάποιον, έχω την ίδια δύναμη ή ισχύ ή αξία ή σημασία με κάποιον άλλο, αντιστοιχώ (α. «η απάντησή σου ισοδυναμεί με άρνηση» β. «τὸ ψεῡδος ἰσοδυναμεῑ πρὸς τὴν ἀλήθειαν», Πολ.) αρχ. (για… …   Dictionary of Greek

  • ισοδυναμώ — είμαι ισοδύναμος, αντιστοιχώ: Είναι λίγοι, αλλά ισοδυναμούν με πολλούς. Μια τέτοια ενέργεια ισοδυναμεί με αυτοκτονία. – Η ισοπαλία σ αυτό το παιχνίδι ισοδυναμεί με νίκη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἰσοδυνάμῳ — ἰσοδύναμος equal in force masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δύναμαι — (AM δύναμαι) 1. έχω τη δύναμη, την ικανότητα, είμαι σε θέση, μπορώ («ὥστε μὴ δύνασθαι μεταβαλεῑν την χώραν», Πολύβ.) 2. έχω την ελευθερία, το δικαίωμα να κάνω κάτι («δυνήσεται πρόσοδον ποιήσασθαι τῷ δικαστηρίῳ») 3. είμαι κατάλληλος («γῆ δυναμένη… …   Dictionary of Greek

  • ίσχω — ἴσχω (Α) 1. εμποδίζω, περιορίζω, συγκρατώ, βαστώ («μηδὲν ἡμᾱς ἰσχέτω», Αριστοφ.) 2. (ενεργ. και μέσ.) κρατώ τον εαυτό μου, συγκρατούμαι, στέκομαι (α. «ἴσχε, μὴ φοβοῡ», Αισχύλ. β. «ἴσχεσθ Ἀργεῑοι, μὴ φεύγετε», Ομ. Οδ.) 3. απομακρύνομαι 4. παθ.… …   Dictionary of Greek

  • αντιστοιχώ — (Α ἀντιστοιχῶ, έω) [αντίστοιχος] νεοελλ. 1. είμαι αντίστοιχος, συμμετρικά τοποθετημένος έναντι άλλου 2. ισοδυναμώ, εξομοιώνομαι, αναλογώ προς κάποιον αρχ. 1. στέκομαι απέναντι σε κάποιον αποτελώντας με αυτόν ζεύγος 2. χορεύω με κάποιον αντικρυστά …   Dictionary of Greek

  • γίνομαι — (AM γίγνομαι και γίνομαι) 1. δημιουργούμαι, αποκτώ ζωή, υπόσταση 2. (για γεωργικά προϊόντα) παράγομαι 3. συμβαίνω, πραγματοποιούμαι 4. καθίσταμαι, αποβαίνω 5. είμαι, υπάρχω 6. (για αριθμητικά ποσά) προκύπτω, εξάγομαι από πράξεις ή υπολογισμό 7.… …   Dictionary of Greek

  • είμαι — (AM εἰμί Α και αιολ. τ. ἐμμί Μ και εἶμαι) 1. υπάρχω, ζω («...ήταν ένας γέρος και μια γριά», «οὐκ ἐσθ οὗτος ἀνήρ οὐδ ἔσσεται» δεν υπάρχει ούτε πρόκειται να υπάρξει) 2. (για πράγματα) υπάρχω, βρίσκομαι) («δεν είναι στάρι φέτος», «ὁ παράδεισος αὐτὸς …   Dictionary of Greek

  • ισοδύναμαι — ἰσοδύναμοι (Α) μτγν. τ. τού ισοδυναμώ* …   Dictionary of Greek